αρχιδικαστής

αρχιδικαστής
ο старший судья (в Англии, США)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αρχιδικαστής" в других словарях:

  • αρχιδικαστής, ο — αρχιδικαστής, ο, η τίτλος ανώτατου δικαστή στην Αγγλία και την Αμερική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀρχιδικαστής — chief judge masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρχιδικαστής — ο (Α ἀρχιδικαστής) ἀνώτατος δικαστικός λειτουργός …   Dictionary of Greek

  • ἀρχιδικαστοῦ — ἀρχιδικαστής chief judge masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχιδικαστῇ — ἀρχιδικαστής chief judge masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχιδικαστήν — ἀρχιδικαστής chief judge masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχιδικαστῶν — ἀρχιδικαστής chief judge masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρχι- — (AM ἀρχι ). [ΕΤΥΜΟΛ. Α συνθετικό λέξεων (κυρίως διοικητικών όρων) της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, καθώς επίσης και ξένων, ελληνογενούς ή μη προελεύσεως, τύπων. Το αρχι , το οποίο λίγο μετά την Ομηρική εποχή άρχισε να αντικαθιστά το… …   Dictionary of Greek

  • λορδός — (lord). Τίτλος ευγενείας. Στη Μεγάλη Βρετανία ο τίτλος αναφέρεται γενικά σε πρίγκιπα ή μονάρχη, καθώς και σε φεουδάρχη ανώτερης βαθμίδας, ο οποίος υπάγεται άμεσα στην εξουσία του βασιλιά. Αφορά τους κληρονόμους του τίτλου, οι οποίοι δικαιούνται… …   Dictionary of Greek

  • λόρδος — (lord). Τίτλος ευγενείας. Στη Μεγάλη Βρετανία ο τίτλος αναφέρεται γενικά σε πρίγκιπα ή μονάρχη, καθώς και σε φεουδάρχη ανώτερης βαθμίδας, ο οποίος υπάγεται άμεσα στην εξουσία του βασιλιά. Αφορά τους κληρονόμους του τίτλου, οι οποίοι δικαιούνται… …   Dictionary of Greek

  • μουλάς — ο 1. τίτλος ο οποίος απονέμεται σε ιερωμένους τού μουσουλμανικού θρησκεύματος 2. (ειδικά) ο μέγας αρχιδικαστής («ο μουλάς τής Μέκκας»). [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. molla] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»